Αθήνα
+18...+28° C

Το απόλυτο οδοιπορικό στο Πήλιο

Βότανα στη Πορταριά, τέχνη στη Μακρινίτσα, πολυτέλεια στη Τσαγκαράδα!
Επτά πανέμορφα χωριά - ισάριθμες αφορμές για να εξερευνήσουμε το γοητευτικό βουνό της Μαγνησίας, απολαμβάνοντας διαδρομές στη φύση, ζεστή φιλοξενία και καλό φαγητό.


 «Το Πήλιο είναι ένα βουνό που κυκλικά, από εδώ έως την ανατολική του πλευρά και από τους πρόποδες έως την κορυφή, βγάζει περισσότερα από χίλια βότανα»! Ο Αντη -από το «Βυζάντιος», όπως έσπευσε να διευκρινίσει αμέσως-, στην προσπάθειά του να εξηγήσει γιατί επέλεξε το Πήλιο όταν πριν από λίγα χρόνια αποφάσισε με τη σύντροφό του Αλκηστη να εγκαταλείψουν την Αθήνα, μας χαρίζει την πιο ωραία εικόνα γνωριμίας με το μυθικό βουνό των Κενταύρων. Οι δυο τους -με τη συνδρομή και της βοτανολόγου Μυρτούς που μένει μόνιμα στην Κρήτη- άνοιξαν πριν από τέσσερα χρόνια το Myrro, ένα γλυκύτατο μαγαζάκι στο οποίο βρίσκουμε αρωματικά τσάγια, φαρμακευτικά φυτά, ελληνικά βότανα, φυσικά σαπούνια και καλλυντικά, και ένα σωρό άλλα θεραπευτικά και ενδιαφέροντα.
Εχουμε καταλήξει εδώ μετά από μια μεγάλη βόλτα στα καλντερίμια της Πορταριάς· το πρώτο ορεινό χωριό του Πηλίου (υψ. 650 μ.) που προσεγγίζουμε από τον Βόλο, πολύ τουριστικό -σχεδόν όλα τα Σαββατοκύριακα του χρόνου γίνεται το αδιαχώρητο- και από τα δημοφιλέστερα της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Η πρωινή ομίχλη θα μπορούσε να συγκαταλέγεται στα αξιοθέατα της Πορταριάς, που, ντυμένη στα χρώματα του φθινοπώρου ακόμα, μας καλεί να την εξερευνήσουμε. Να ανέβουμε το ανηφορικό λιθόστρωτο (μέρος του σηματοδοτημένου «Μονοπατιού των Κενταύρων») έως τον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Νικολάου, το μνημείο των πεσόντων και το ιστορικό Αθανασάκειο Νηπιαγωγείο. Να θαυμάσουμε ένα προς ένα τα αναπαλαιωμένα και μη αρχοντικά· όλα τους εξαίσια δείγματα παραδοσιακής πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής, τα περισσότερα εκ των οποίων στεγάζουν σήμερα όμορφους ξενώνες και άλλα δημόσια κτίρια. Να χαθούμε στην προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε την πλατεία, αλλά να γνωρίσουμε τη χαμογελαστή Πορταριανή Δήμητρα, που ζει στο βουνό πάνω από το χωριό και μας λέει -καθώς ξεφορτώνει ξύλα για το τζάκι- ότι δεν αλλάζει αυτόν τον τόπο με τίποτα. Δεν αλλάζει τον αέρα, τη θέα, τη ζωή με την οικογένειά της μέσα στη φύση. «Τελευταία βλέπω όλο και περισσότερα νέα ζευγάρια να επιλέγουν την Πορταριά για μόνιμη εγκατάσταση», παρατηρεί -στο μεταξύ- ο «παλιός» πια Αντη.
Στην καλά κρυμμένη κεντρική πλατεία της Πορταριάς, οι ντόπιοι πίνουν τον καφέ τους παρέα με τους λιγοστούς, εκείνο το μεσημέρι, επισκέπτες. Στα γύρωa μαγαζιά, ξενώνες και ταβέρνες, έχει αρχίσει η πυρετώδης προετοιμασία για το Σαββατοκύριακο που πλησιάζει.
Τελευταία εικόνα, το παλιό ξενοδοχείο Θεοξένεια -αφημένο στη μοίρα του σήμερα- θυμίζει τις παλιές δόξες ενός τόπου που, όπως φαίνεται, καλά κρατεί και στους καιρούς τους δύσκολους. Με νέους ανθρώπους, ιδέες και εγχειρήματα.

Η τέχνη φαίνεται πως ήρθε και εγκαταστάθηκε για τα καλά στον διατηρητέο παραδοσιακό οικισμό της Μακρινίτσας, που και ο ίδιος όμως μοιάζει ολόκληρος σαν μια τεράστια υπαίθρια αρχιτεκτονική εγκατάσταση· με ένα σωρό προσεκτικά αναστηλωμένα αρχοντικά και σπίτια, λιθόστρωτα καλντερίμια -εδώ το αυτοκίνητο θα το αφήσετε στην είσοδο του χωριού και θα το γυρίσετε όλο με τα πόδια-, και την εντυπωσιακή πλατεία με τα αιωνόβια πλατάνια, την περίτεχνη κρήνη του Αθάνατου Νερού και το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.
Μαζί με τη γειτονική Πορταριά η Μακρινίτσα είναι από τους παλαιότερους ορεινούς τουριστικούς προορισμούς της χώρας, σε πολύ κοντινή απόσταση από τον Βόλο, τον οποίο «κοιτάζει» σχεδόν από κάθε της γωνιά, προσελκύοντας μέχρι πρότινος κυρίως Ελληνες του... Σαββατοκύριακου. Μην εκπλαγείτε όμως αν επισκεφτείτε κάποια καθημερινή του Δεκέμβρη το χωριό -οπότε και θα ευχαριστηθείτε τη βόλτα καλύτερα- και περιδιαβείτε τα καλντερίμια του πλάι σε ξένους τουρίστες. Θα είναι επιβάτες κάποιου από τα κρουαζιερόπλοια που θα προσεγγίσουν τον Βόλο στη διάρκεια του χειμώνα και θα έχουν «σκαρφαλώσει» στη γραφική Μακρινίτσα για να πάρουν μια μυρωδιά από Πήλιο!

Αν είχαμε ένα ευρώ για κάθε κάστανο, θα ήμασταν πλούσιοι», αστειεύεται ο Χρήστος, οικοδεσπότης μας μαζί με τη Βρετανίδα σύντροφό του Κλαιρ στην Τσαγκαράδα. Βρισκόμαστε στο μακρύτερο χωριό του Πηλίου και ίσως και της Ελλάδας, καθώς από την είσοδο μέχρι την έξοδό του διανύουμε 7 χιλιόμετρα. Ο δε Χρήστος είναι ο ιδιοκτήτης και σεφ του ξενώνα «Χαμένος Μονόκερως» που βρίσκεται στην κεντρικότερη και μεγαλύτερη από τις τέσσερις πλατείες του χωριού, την πλατεία της Αγίας Παρασκευής με τον διάσημο χιλιόχρονο πλάτανο.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής μας εδώ, βρέχει. «Ετσι είναι το φθινόπωρο στο ανατολικό Πήλιο. Είναι κανονικό. Βροχερό», σπεύδει να μας κατατοπίσει με τη σειρά του ο Φιλάρετος, έτερος ξενοδόχος του χωριού («Ξενώνας Αμανίτα»), που κάποτε τα παράτησε όλα και ήρθε στην καταπράσινη Τσαγκαράδα, ακολουθώντας την καρδιά και τις αγαπημένες συνήθειές του: να «κυνηγάει» μανιτάρια και να προσφέρει καλή φιλοξενία και δραστηριότητες στη φύση στους επισκέπτες του. «Τι άλλο θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως σύγχρονη πολυτέλεια στις μέρες μας, πέρα από τη δυνατότητα για λίγο ελεύθερο, ποιοτικό χρόνο στη φύση;» αναρωτιέται ο ίδιος.

Ο Χρήστος και ο Φιλάρετος βρήκαν σ’ ετούτο εδώ το μέρος τον προσωπικό τους παράδεισο. Και πώς να μην τον βρουν, όταν το μεγαλύτερο αξιοθέατο αυτού του πανέμορφου χωριού συναγωνίζεται σε αξία τα ιστορικά κτίριά του, όπως η Αχιλλοπούλειος Εμπορική Σχολή και η Νανοπούλειος Σχολή, ή την ιστορική εκκλησία των Παμμεγίστων Ταξιαρχών του 1745 στην ομώνυμη πλατεία και το μικρό τοξωτό γεφύρι, φτιαγμένο από Ηπειρώτες μάστορες, στην έξοδο του χωριού.
Αυτό που πρώτα απ’ όλα χαράζεται στη μνήμη κάθε επισκέπτη της Τσαγκαράδας είναι το ολόφυτο περιβάλλον που αγκαλιάζει όλα, μα όλα τα αραιοκτισμένα κτίρια, παλιά και νέα, του χωριού, η πλούσια φύση του βουνού και συγχρόνως η απίστευτη θέα στη θάλασσα του Αιγαίου, που δεν απέχει παρά μονάχα λίγα χιλιόμετρα μακριά.

Στην Τσαγκαράδα, λοιπόν, θα έρθετε με καλά παπούτσια για περπάτημα (και μια ομπρέλα για καλό και για κακό!) και θα επιδοθείτε σε μικρές και μεγάλες πεζοπορίες* (μια εύκολη, μισάωρη περίπου, είναι εντός του χωριού από την Αγία Παρασκευή στους Ταξιάρχες), θα μαζέψετε κάστανα (θα βρείτε άπειρα πεσμένα τριγύρω) και, αν έχετε στην παρέα σας κάποιον που να ξέρει, θα βρείτε μανιτάρια. Μετά τις δραστηριότητες εκτός, η μέρα κλείνει με καλό φαγητό και τσίπουρο πλάι σε τζάκι. Και όλο αυτό ονομάζεται εμπειρία... Τσαγκαράδα ή αλλιώς η «σύγχρονη πολυτέλεια» που προσφέρει αυτός εδώ ο τόπος.
Πηγή: kathimerini.gr