Αθήνα
+18...+28° C

Αδέλφια Ντάλτον: Η αληθινή του ιστορία

Στο άκουσμα και μόνο του ονόματος Ντάλτον το μυαλό καθενός από εμάς ταξιδεύει στην κακή συμμορία
 που έβγαζε μόνιμα νοκ άουτ ο φτωχός και μόνος καουμπόϋ που πυροβολούσε πιο γρήγορα κι από την σκιά του.
Στο διάσημο κόμικ, το οποίο σχεδόν όλοι έχουμε διαβάσει ή έστω παρακολουθήσει την τηλεοπτική του μεταφορά, οι Αδερφοί Ντάλτον παρουσιάζονται ο ένας διαδοχικά πιο ψηλός από τον άλλο, με τον ψηλότερο ως τον πιο χαζό και τον κοντότερο ως τον πιο έξυπνο. Βέβαια οι αδελφοί Ντάλτον δεν ήταν κυήμα της φαντασίας των Γκοσινί και Μορίς, αλλά υπαρκτές προσωπικότητες που έζησαν και έδρασαν στην Αμερικανική Δύση. Μάλιλστα, τόσο η εικόνα τους, όσο και η ιστορία της ζωής τους, απείχε παρασάγγας από την πραγματικότητα...
Γράφει η Νίκη Παπάζογλου
Αν και η οικογένεια Ντάλτον αποτελούνταν από 15 άτομα, εκείνοι που συντάχθηκαν σε ομάδα και έγιναν ο φόβος και το τρόμος των δυτικών Πολιτειών των ΗΠΑ, διαπράττοντας ληστείες σε τρένα και τράπεζες ήταν όντως 4, Ο Γκράτον, ο Γουίλιαμ, ο Μπομπ και ο Έμετ.Το παράδοξο όμως είναι πως πριν συνταχθούν στην γνωστή συμμορία που ενέπνευσε τους μυθιστοριογράφους, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους στο νόμο, ακολουθώντας το παράδειγμα του μεγαλύτερου αδερφού τους Φρανκ Ντάλτον.
Η οικογένεια Ντάλτον και ο σερίφης αδερφός 
Οι Ντάλτονς με καταγωγή από το Μισούρι των ΗΠΑ, ήταν μία οικογένεια 15 παιδιών, τα τρία εκ των οποίων πέθαναν πριν καν ενηλικιωθούν. Το 1882 η οικογένεια μετακόμισε στην βορειοανατολική Οκλαχόμα και το 1886 στο Κόφιβιλ, στο νοτιοανατολικό Κάνσας, όπου διατηρούσε μια μεγάλη φάρμα και ασχολούνταν με την αγροτική παραγωγή.
Όταν η φάρμα κατασχέθηκε από το κράτος για την κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν και για τα 13 παιδιά. Για να συντηρήσει την οικογένειά του, ο μεγαλύτερος από τους αδερφούς, ο ενάρετος Φρανκ Ντάλτον έγινε βοηθός σερίφη. Ήταν μάλιστα τόσο καλός ώστε κέρδισε αμέσως τον σεβασμό των υπολοίπων αδελφών αλλά και ολόκληρης της πόλης. Ο Φρανκ, όπως αναφέρει στο βιβλίο «Οι Αδελφοί Ντάλτον» (εκδ.  Πηγή) ο Έμετ Ντάλτον, ο μοναδικός επιζών της τελευταίας αιματηρής συμπλοκής και συγγραφέας του, ήταν ένας θεόρατος άνδρας, άριστος σκοπευτής και φιλεύσπλαχνος.
Τόσο φιλεύσπλαχνος μάλιστα, που όταν του δόθηκε η εντολή από τον ανώτερό του να ετοιμάσει τις κρεμάλες για πέντε παιδιά που είχαν έρθει αντιμέτωπα με την θανατική ποινή, αρνήθηκε και κατέθετοντας το σήμα του απάντησε : «Θα αναμετρηθώ με κάθε άνθρωπο που θα βρεθεί στο δρόμο μου, εάν αυτό είναι μέσα στην δικαιοδοσία μου, αλλά δεν πρόκειται να στήσω την κρεμάλα κανενός, ούτε καν σκύλου». Την εποχή εκείνη για κάθε μια κρεμάλα που κάποιος ετοίμαζε πληρωνόταν με πέντε δολάρια.Τα μικρότερα αγόρια της οικογένειας είχαν τόσο μαγευτεί από την αναγνώριση και τα χρήματα που λάμβανε ο Φρανκ ώστε συχνά τον ακολουθούσαν κρυφά με την ελπίδα να συλλάβουν κι εκείνα κάποιον κλέφτη. 
Ώσπου το 1887, στην προσπάθειά του να συλλάβει έναν κλέφτη αλόγων, ο Φρανκ έχασε την ζωή από έναν πυροβολισμό. Μετά το θάνατο του μεγάλου αδελφού προτάθηκε στον μικρότερο, τον Γκράτον, να πάρει την θέση του στις υπηρεσίες των Ηνωμένων Πολιτειών. Κάπως έτσι ο Γκρατ, ο Μπομπ και ο Έμετ άρχισαν να κυνηγούν εγκληματίες...
Τα προβλήματα που επέφεραν την αλλαγή πορείας ξεκίνησαν όταν ο 19χρονος Μπομπ, σκότωσε εν ψυχρώ τον άνδρα που είχε κλέψει την ερωμένη του με την δικαιολογία πως ήταν κλέφτης. Λίγο αργότερα του χρεώθηκε άλλη μια κατηγορία, αυτή της παράνομης εισαγωγής λικέρ, για την οποία εκτός από την εγγύηση που του ζητήθηκε να καταβάλει του αφαιρέθηκε και το σήμα του βοηθού σερίφη. Τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους συνελήφθη και ο δεύτερος αδερφός, ο Γκρατ, με την κατηγορία της κλοπή ενός αλόγου, αδίκημα για το οποίο την εποχή εκείνη προβλεπόταν η τιμωρία της θανατικής ποινής. Βέβαια στην δική του περίπτωση δεν εφαρμόστηκε αφού κατάφερε να πείσει τους δικαστές για την αθωότητά του και να αφεθεί ελεύθερος.
Η δημιουργία της συμμορίας και η πρώτη ληστεία
Μετά την απομάκρυνσή τους από την έννομη οδό ήταν που πάρθηκε η απόφαση να ακολουθήσουν τον ακριβώς αντίθετο δρόμο. Πρώτος στόχος τους υπήρξε  ένα σαλούν τυχερών παιχνιδιών στο Σίλβερ Σίτι, στο Νέο Μεξικό. Η ουσιαστική αφορμή όμως δόθηκε όταν για μια ληστεία που σημειώθηκε σε ένα επιβατικό τρένο στις 6 Φεβρουαρίου 1891, κρίθηκαν ως υπεύθυνοι οι αδελφοί Ντάλτον, και συγκεκριμένα ο Μπομπ και ο Έμετ. Από τότε και για πολύ καιρό ο σερίφης της περιοχής καθώς και η σιδηροδρομική εταιρεία ξεκίνησαν ένα ανελέητο κυνηγητό για να συλλάβουν τους υποτιθέμενους ενόχους, παρόλο που δεν υπήρχε σε βάρος τους κανένα ενοχοποιητικό στοιχείο.
Εκείνη την περίοδο άλλωστε, όπως επισημαίνει ο Έμετ στην βιογραφία τους, δεν υπήρχε η έννοια της δικαιοσύνης
στην Ινδιάνικη Επικράτεια. Ο σερίφης που είχε στα χέρια του τον νόμο, πολλές φορές έπαιζε και τον ρόλο του δικαστή. Όπως αναφέρει ο Έμετ στο βιβλίο του, τα δύο χαρακτηριστικά της περιόδου που έδρασαν οι αδελφοί Ντάλτον ήταν ο τρόπος με τον οποίο λειτουργούσε ένας άντρας - πρώτα έπραττε και μετά σκεφτόταν τους λόγους αυτής του της πράξης- καθώς και οι δωροδοκίες και η διαφθορά που κυριαρχούσαν. Οι πραγματικοί ένοχοι της κατάστασης που επικρατούσε στην Άγρια Δύση αλλά και οι υπαίτιοι των περισσότερων αδικημάτων και ληστειών που γίνονταν στην περιοχή ήταν, σύμφωνα με τον Έμετ, οι σιδηρόδρομοι καταπατητές, οι εταιρείες αρπακτικά και οι τράπεζες μανιτάρια. 
Εξαιτίας όλων αυτών και του κυνηγητού που ακολούθησε συστάθηκε η συμμορία.
«Η συνεχής καταδίωξη είχε αρχίσει να μας εκνευρίζει…Στα μακρινά ταξίδια μας μέσα από κοιλάδες και ερήμους και τα ατελείωτα βράδια κατασκήνωσης στις πεδιάδες κάτω από τα αστέρια η αδικία της κατάστασης ήταν αυτό που μας απασχολούσε περισσότερο. Υπήρχαν τόσοι σαν κι εμάς σε εκείνη την χώρα και δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι που τα προβλήματα μας ένωσαν»...
Στην αρχή της δημιουργίας της, η συμμορία δεν αποτελούνταν μόνο από τους αδελφούς Ντάλτον. Εκτός από τον Μπομπ και τον Έμετ, συμμετείχαν σε αυτή και τρεις άλλοι παράνομοι και φίλοι των δύο αδερφών, ο Τζόρτζ Μιούκομπ ο Χάρλευ Πιρς και ο Τσάρλυ Μπράιαντ. Λίγο αργότερα προσχώρησε κι ο Γκρατ, μόλις επέστρεψε από την Καλιφόρνια όπου διέμεινε για κάποια χρόνια. Στη συνέχεια ακολούθησαν οι Μπιλ Ντούλιν, Ντικ Μπρόντγουελ , Μπιλ Πάουερς, Μπιλ Μακ Ελάνη και Τσάρλυ Πίρσι. Τελευταίος εντάθηκε ο μικρότερος αδερφός Τζακ Ντάλτον, λίγο πριν η συμμορία αρχίσει την εγκληματική της δράση. 
Η καταδίκη και η διαφυγή 
Τα πρώτα χρόνια της επιχείρησης για την σύλληψή τους, οι διωκτικές αρχές κατάφεραν να συλλάβουν μόνο τον Γκρατ Ντάλτον, ο οποίος καταδικάστηκε σε 20ετή κάθειρξη. Τα υπόλοιπα μέλη ενώ άκουγαν να κατηγορούνται μέρα με τη μέρα για όλο και περισσότερα μικροεγκλήματα, είχαν βάλει σκοπό της ζωής τους να ταράξουν τον εχθρό, την σιδηροδρομική εταιρεία, κι έπειτα να φύγουν για ένα νέο ξεκίνημα στην Νότιο Αμερική.Έτσι, όταν μια μέρα άκουσαν  πως το τρένο του Γουόρτον επρόκειτο να μεταφέρει ένα ασυνήθιστα μεγάλο χρηματικό ποσό από το Κάνσας Σίτυ του Μισούρι, αποφασίσουν να επιβεβαιώσουν την φήμη τους  και να το ληστέψουν.
Η ληστεία πραγματοποιήθηκε με επιτυχία το ίδιο και η διαφυγή τους. Το ταξίδι όμως προς την νέα αρχή δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ γιατί μόλις ανέβηκαν στο τρένο οι φρουροί υποπτεύθηκαν την ταυτότητά τους. Έτσι αναγκάστηκαν να κατέβουν και να κατευθυνθούν ξανά προς την Ορλεάνη. Εκεί πληροφορούμενοι πως ο Γκρατ είχε δραπετεύσει κατά την μεταγωγή του στις φυλακές από το ανοιχτό παράθυρο του τρένου, πήραν την απόφαση να συνέχισουν το ταξίδι τους μέχρι να τον συναντήσουν.
Μεταξύ του Μαΐου 1891 και του Ιουλίου 1892 οι Ντάλτονς, Γκράτ , Μπόμπ και Εμμετ, μαζί με τα άλλα μέλη της συμμορίας συνέχισαν την δράση τους ληστεύοντας πλέον τρένα. Η λεία τους, εκτός από τις χρηματαποστολές περιλάμβανε τα τιμαλφή των επιβατών σε μερικές περιπτώσεις ακόμα και άλογα. Αν και μέχρι τότε οι ληστείες τους ήταν αναίμακτες το κακό δεν άργησε να συμβεί. 
Η πρώτη αιματηρή ληστεία 
Σύμφωνα με την περιγραφή του Έμετ, η πρώτη αιματηρή ληστεία σημειώθηκε σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό στο Ορλάντο. Αφού οι Ντάλτον, είχαν ήδη ληστέψει το δωμάτιο αποσκευών, παρέμειναν στο σταθμό για να ολοκληρώσουν τη λεία τους με το τρένο που θα ερχόταν από στιγμή σε στιγμή. Αφού εισέβαλαν σε ένα από τα πρώτα βαγόνια για να ληστέψουν τους επιβάτες αντιλήφθηκαν τους φρουρούς ετοιμάζονταν να ανοίξουν πυρ εναντίων τους. 
Από τους πυροβολισμούς που ακολούθησαν, 200 και πλέον όπως υπολογίζεται, έπεσε νεκρός ένας επιβάτης ενώ τρεις άνδρες της φρουράς του τρένου τραυματίστηκαν. Όσο για τους αδελφούς Ντάλτον, διέφυγαν της σύλληψης χωρίς κανένας να τραυματιστεί. 
Η διπλή ληστεία και ο θάνατος των μελών της συμμορίας. 
Αν και τα τρένα προσέφεραν μια διόλου ευκαταφρόνητη λεία, οι χρηματαποστολές τους εξαιτίας των ληστειών είχαν αρχίσει να φυλάσσονται πολύ καλά, γεγονός που δυσχέραινε την δράση των Ντάλτον. Από την άλλη, παρά τις μέχρι τότε ληστείες τα χρήματα για την απόδραση στη Νότιο Αμερική δεν είχαν συγκεντρωθεί. Έτσι ο Μπομπ έβαλε την ιδέα για το επόμενο και τελευταίο μεγάλο κόλπο: την ταυτόχρονη ληστεία δύο τραπεζών στο Κάνσας.
Τον Οκτώβριο του 1892, η συμμορία έφτασε στο κέντρο της πόλης. Τα μέλη της χωρίστηκαν, ο Μπομπ και ο Έμετ κατευθύνθηκαν στην Φερστ Νατιοναλ Μπανκ και οι υπόλοιποι στην Κοτον Μπανκ. Οι φωνές ενός κατοίκου της περιοχής όμως που τους αναγνώρισε καθώς και η ενεργοποίηση του συναγερμού από τον ταμία της τράπεζας, θα σήμαιναν και την αρχή του τέλους για την διαβόητη συμμορία. Κατά την έξοδό τους από την τράπεζα η μάχη που τους περίμενε ήταν μεγάλη. 
Τα αδέρφια άρχισαν να πυροβολούν στην προσπάθειά τους να διαφύγουν. Ο σερίφης και οι αστυνομικοί αντπέδωσαν τα πυρά. Από το μακελειό έπεσαν νεκροί ο Μπομπ, ο Γκρατ τα άλλα δύο μέλη της συμμορίας καθώς και ο σερίφης. Ο μόνος που παρά τις 23 σφαίρες που δέχτηκε, κατάφερε να γλιτώσει από τον θάνατο ήταν ο Έμετ. Δεν κατάφερε όμως να διαφύγει της σύλληψης. Μετά την καταδίκη του σε ισόβια κάθειρξη, οδηγήθηκε στις φυλακές. Στην αρχή δούλεψε στο ραφείο και στη συνέχεια τοποθετήθηκε λίγο έξω από τις φυλακές στη θέση του υπαλλήλου μεταφοράς. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα ο κυβερνήτη της περιοχής του απένειμε χάρη, λαμβάνοντας υπόψη του τον άριστο χαρακτήρα που είχε επιδείξει καθόλη την διάρκεια του εγκλεισμού του. 
Μετά την απονομή χάριτος ο Έμετ μετακόμισε στην Καλιφόρνια, όπου και έγραψε το βιβλίο του με σκοπό να αποκαταστήσει την φήμη των αδερφών και της οικογένειάς του. Εκεί άφησε και την τελευταία του πνοή το 1936 σε ηλικία 66 ετών….