Αθήνα
+18...+28° C

Ποιός ήταν ο γνωστός ''νταής''της δεκαετίας του 70 «Σαλονικιός».

''Η μηχανή του χρόνου θυμάται''.Ηταν μέσα της δεκαετίας του 70. Η γνωστή τραγουδίστρια Μπέμπα Μπλανς (Αγγελική Μούτση) φθάνει  στο Ι΄ Αστυνομικό Τμήμα 
για να ζητήσει από τον αξιωματικό υπηρεσίας μια περίεργη χάρη. Ήθελε να της επιτρέψουν να κοιμηθεί μερικά βράδια στο αστυνομικό τμήμα, επειδή απειλούσαν ότι θα της χαράξουν το πρόσωπο.

Αρνούνταν όμως πεισματικά να κατονομάσει στους αστυνομικούς τον άνθρωπο που την εκβίαζε, γιατί φοβόταν για τη ζωή της.
Μέχρι τότε o εκβιαστής είχε πάρει από την Μπέμπα Μπλανς εκατοντάδες χιλιάδες δραχμές, με απειλές και εκφοβισμούς που της ασκούσε.
«Σαλονικιός».

P1070910 SALONIKIOS - Copy
Ο άνδρας που έτρεμε η Μπέμπα Μπλανς ήταν ο 30χρονος κακοποιός Γιάννης Γκουλιόβας, γνωστός στον κόσμο της νύχτας με το παρατσούκλι ο «Σαλονικιός».
Γεννημένος στο Κολλινδρό Πιερίας άρχισε την καριέρα του στο έγκλημα το 1965, όταν συνελήφθη πρώτη φορά για κλοπή μοτοσυκλέτας.
Μόνιμος τρόφιμος των αναμορφωτηρίων και των φυλακών, έχτισε πολύ γρήγορα το μύθο του ως νταής και νταβατζής, που δεν δίσταζε να τραβάει πιστόλι ή μαχαίρι. Το ποινικό του μητρώο ήταν γεμάτο με κατηγορίες: παράνομη οπλοφορία, κλοπές, φθορά ξένης περιουσίας, απλές και επικίνδυνες σωματικές βλάβες, οπλοχρησία και αντίσταση κατά της αρχής.
Ο Τζογαδόρος
Ο Σαλονικιός κυκλοφορούσε με πολυτελή αυτοκίνητα της εποχής και του άρεσε να στοιχηματίζει στον ιππόδρομο. Η μεγάλη του αδυναμία όμως ήταν η χαρτοπαιξία και ειδικά η πόκα.
Τα βράδια που δεν έδερνε ή εκβίαζε, τα περνούσε με δύο νεαρές πόρνες που είχε υπό την προστασία του και απαιτούσε όχι μόνο να του δίνουν τις εισπράξεις, αλλά και να τον φροντίζουν σαν ανατολίτη σύζυγο.
Ο Γκουλιόβας αποτελούσε μόνιμο βραχνά για τις αρχές, που τον κυνηγούσαν για διάφορα εντάλματα, τα  οποία εκκρεμούσαν εναντίον του.
Η τυχαία συμπλοκή με τον αστυνομικό
Το 1977 πήγε στο μπαρ «Greek Saloon» της οδού Φυλής, για να πάρει την είσπραξη από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος.
Χωρίς να τον νοιάζει, πάρκαρε το αυτοκίνητό του στη μέση του δρόμου, διακόπτοντας την κυκλοφορία και μπήκε μέσα στο νυχτερινό μαγαζί.
Ένα περιπολικό της Άμεσης Δράσης που περνούσε τυχαία μπλοκαρίστηκε και έτσι ο ένας αστυνομικός του πληρώματος, πήγε στο μπαρ για να αναζητήσει τον ιδιοκτήτη του οχήματος. Ο Σαλονικιός μόλις τον είδε προσπάθησε να διαφύγει, ενώ μια μπαργούμαν έκανε προσπάθεια να κρύψει το περίστροφο, που πέταξε άρον άρον ο κακοποιός δίπλα από ένα ψυγείο.
Ο αστυνομικός κατάλαβε ότι κάτι συνέβαινε και μπλόκαρε την είσοδο.
Ο Γκουλιόβας όμως του έσπασε ένα μπουκάλι στο κεφάλι, βγήκε στο δρόμο, επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητό του και προσπάθησε να διαφύγει.
Ο πληγωμένος αστυνομικός τον ακολούθησε και γραπώθηκε στην πόρτα του αυτοκινήτου για να τον ακινητοποιήσει. Όταν είδε ότι ο κακοποιός δεν σταματούσε πυροβόλησε τρεις φορές εξ επαφής, χωρίς να τον τραυματίσει και σωριάστηκε στον δρόμο.
Ο Σαλονικιός είχε ξεφύγει και πάλι.
Το τέλος του Σαλονικιού
Στις 29 Σεπτεμβρίου του 1977 στα γραφεία της Ασφάλειας έφτασε μια σημαντική πληροφορία.
«Ο Σαλονικιός βρίσκεται στη χαρτοπαικτική λέσχη του Συλλόγου Ελλήνων Ηθοποιών και Καλλιτεχνών (Σ.Ε.Η.Κ) στη οδό Σύρου στην Κυψέλη», είπε ο πληροφοριοδότης.
Λίγη ώρα αργότερα έξω από την λέσχη βρίσκονταν 4 περιπολικά, αστυνομικοί και άνδρες της ασφάλειας, με εντολή να τον συλλάβουν.
Όταν ο αστυνομικός Γεώργιος Βερύκιος μπήκε στη λέσχη μαζί με άλλους δύο αστυνομικούς ρώτησε «ποιος είναι ο Σαλονικιός;». P1070907 SALONIKIOS - Copy
Μεταξύ των θαμώνων ήταν και ένας τριαντάχρονος με μούσι. «Εσύ είσαι ο Σαλονικιός;» τον ρώτησαν και αμέσως ο κακοποιός κινήθηκε προς την τουαλέτα για να διαφύγει από το παράθυρο. Οι αστυνομικοί όρμησαν επάνω του και τον ακινητοποίησαν.
Ενώ όμως τον μετέφεραν σε άλλο δωμάτιο, ο Σαλονικιός ξυλοκόπησε τους φρουρούς του και άρχισε να τρέχει. Ξαφνικά εμφάνισε μαχαίρι μήκους 30 εκατοστών στον τρίτο αστυνομικό που βρέθηκε μπροστά του ουρλιάζοντας «φύγε γιατί θα σε ξεκοιλιάσω».
Όταν ο Σαλονικιός προσπάθησε να τον μαχαιρώσει, ο αστυνομικός έβγαλε το περίστροφό του και τον πυροβόλησε στο στήθος.
Στο Γενικό Κρατικό απλώς διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
Ήταν το τέλος του διαβόητου σκληρού της νύχτας, που χωρίς έλεος σκορπούσε το φόβο στην νυχτερινή Αθήνα.