Αθήνα
+18...+28° C

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος: 10 συγκλονιστικές ιστορίες

Με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο
 σας παρουσιάζουμε 10 συγκλονιστικές ιστορίες, μέσα από αφηγήσεις και γράμματα ανθρώπων που τον έζησαν
Πόνος, θλίψη, φόβος, ευγνωμοσύνη, έρωτας. Συναισθήματα έντονα υπό τις πιο ακραίες συνθήκες. Σημειώσεις σε προσωπικά ημερολόγια και γράμματα που είτε έφτασαν στον παραλήπτη τους εγκαίρως είτε καθυστερημένα. Ή ακόμα και ποτέ.

Ήρωες της πρώτης γραμμής αλλά και αφανείς ήρωες μας εντάσσουν στα τεκταινόμενα του Μεγάλου Πολέμου. Φέρνουν σε "πρώτο πλάνο" προσωπικά τους βιώματα από το μέτωπο και μας μεταφέρουν στα ταραγμένα χρόνια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.
Ενός πολέμου που σε συνδυασμό με τον Β' Παγκόσμιο διαφοροποίησαν τον ρου της ιστορίας και σημάδεψαν την ανθρωπότητα.

Edwin Hassall, "Chocolate Soldier"

Ήταν 33 ετών όταν βρέθηκε στο μέτωπο, παίρνοντας μέρος στον Μεγάλο Πόλεμο με τις συμμαχικές δυνάμεις. Όσοι έμεναν πίσω συνήθιζαν να στέλνουν πακέτα για να εμψυχώσουν τα στρατεύματα.
Έτσι και η 6χρονη Joan Burbidge που το 1916 έστειλε ένα πακέτο με σοκολάτες για τους Βρετανούς στρατιώτες στη Γαλλία. Έξι εβδομάδες μετά παρέλαβε το πρώτο από μια σειρά γραμμάτων του Edwin Hassall.
"Δεν ξέρω αν γίνομαι συναισθηματικός, αλλά μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως εν μέσω της αναταραχής των βομβαρδισμών, η επιγραφή στο πακέτο ήρθε σαν μήνυμα από το σπίτι.
Ένα μήνυμα από τα παιδιά της Αγγλίας για την ασφάλεια των οποίων μαχόμαστε. Λίγο νωρίτερα ένας γενναίος αξιωματικός και ένας πυροβολητής έπεσαν νεκροί και αρκετοί άλλοι τραυματίστηκαν.
Το γεγονός αυτό μας επηρέασε αρνητικά. Το μήνυμά σου όμως με γέμισε χαρά".
Όταν ο πατέρας της απάντησε στο γράμμα του Edwin και τη ρώτησε ποιο μήνυμα θα ήθελε να του μεταφέρει, η μικρή Joan ζήτησε να του πει πως θα τον παντρευτεί όταν μεγαλώσει.

Η επικοινωνία τους συνεχίστηκε για δύο χρόνια με τον Edwin να στέλνει συνολικά 10 γράμματα στην οικογένειά της μικρής που αποτέλεσε τη "μασκότ" του στις δύσκολες στιγμές του πολέμου.
Γινόμαστε έτσι και εμείς "μάρτυρες" της Μάχης του Σομμ, της πιο αιματηρής στην ανθρώπινη ιστορία, μέσα από τις περιγραφές του Edwin που έζησε τα γεγονότα από πρώτο χέρι.
O Edwin έστειλε την παρακάτω φωτογραφία στη μικρή του φίλη τον Νοέμβριο του 1916. Όπως εξηγούσε σε συνοδευτικό γράμμα, τραβήχτηκε ενώ είχε επιστρέψει σπίτι του άρρωστος από τη Γαλλία.
Δεν παρέλειψε όμως να υπογραμμίσει πως είναι με τη στολή που φορούσε όταν παρέλαβε το πακέτο με τις σοκολάτες τον Ιούνιο του 1916.
Η σχέση που αναπτύχθηκε γίνεται αντιληπτή και από το γράμμα που έστειλε η αδερφή του Emma μετά τον θάνατό του για να ενημερώσει την οικογένεια Burbidge.

Ernest Hemingway, το γράμμα της απόρριψης

Οι εμπειρίες του από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο δεν θα μπορούσαν να μην αποτελέσουν πηγή έμπνευσης για έναν από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς του 20ού αιώνα.
Στα 18 του χρόνια, ο Ernest Hemingway βρέθηκε να υπηρετεί ως εθελοντής οδηγός ασθενοφόρου του Ερυθρού Σταυρού στο ιταλικό μέτωπο.
Ο τραυματισμός του από όλμο τον Ιούλιο του 1918 στάθηκε η αιτία για τη γνωριμία του με την Agnes von Kurowsky Stanfield στο Μιλάνο και έναν θυελλώδη νεανικό έρωτα.

Μετά την ανάρρωσή του και ενώ επρόκειτο να επιστρέψει στην Αμερική αποφάσισαν να κάνουν το μεγάλο βήμα και να ανέβουν τα σκαλιά της εκκλησίας.
Η Agnes von Kurowsky Stanfield μετάνιωσε για την απόφασή της, γεγονός που του αποκάλυψε σε γράμμα στις 7 Μαρτίου του 1919.
"Προσπάθησα να σε κάνω να καταλάβεις λίγο τι σκεφτόμουν σε εκείνο το ταξίδι από την Πάντοβα στο Μιλάνο αλλά συμπεριφερόσουν σαν κακομαθημένο παιδί και δεν μπορούσα να συνεχίζω να σε πληγώνω. Μόνο τώρα έχω το θάρρος επειδή βρίσκομαι πολύ μακριά.
Σύντομα -πίστεψέ με όταν λέω ότι και για εμένα είναι ξαφνικό- πρόκειται να παντρευτώ. Ελπίζω και προσεύχομαι ότι, αφού σκεφτείς τα πράγματα, θα μπορέσεις να με συγχωρέσεις, να ξεκινήσεις μια θαυμάσια καριέρα και να δείξεις τι άνθρωπος είσαι πραγματικά".
Η σχέση του με την 26χρονη νοσοκόμα αποτέλεσε μάλιστα τον άξονα πάνω στον οποίο βασίστηκε το μυθιστόρημά του "Αποχαιρετισμός στα όπλα".

Χατζηχριστοδούλου, ακρωτηριασμός και ποίηση

Δυναμική αλλά και τραγική μορφή. Ο Αγαθοκλής Χατζηχριστοδούλου, γόνος πολυμελούς αγροτικής οικογένειας, γεννήθηκε στον Πολύστυπο της επαρχίας Λευκωσίας, ένα μικρό ορεινό χωριό στο κέντρο της Κύπρου το 1901.
Με την έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, εντάσσεται στο Βρετανικό Σώμα ημιονηγών (Macedonian Mule Corps) ως ημιονηγός με αριθμό μητρώου 10020 μαζί με τους αδελφούς του Γεώργιο και Πέτρο και προωθήθηκαν στο Μακεδονικό Μέτωπο, στη γραμμή Δοϊράνης.

Προσβλήθηκε από κρυοπαγήματα και οι γιατροί αναγκάστηκαν να ακρωτηριάσουν και τα δύο του πόδια. Επιστρέφοντας στην Κύπρο, δυσκολεύεται πολύ να προσαρμοστεί με τη νέα τραγική κατάσταση. Εργάζεται σαν τηλεφωνητής σε διάφορες Κρατικές Υπηρεσίες. Ταυτόχρονα εκδίδει ποιήματα με ποικιλία θεμάτων.

Με τις πενιχρές εισπράξεις και τη στήριξη φίλων επιδιώκει να εξασφαλίσει νέα τεχνητά πόδια για να μπορεί να κινείται. Τουλάχιστον δύο φορές, το βρετανικό κράτος τον βοηθά να εξασφαλίσει τεχνητά πόδια για να μπορεί να κινείται έστω και με δυσκολία. Το ένα εξ' αυτών να φυλάσσεται στο Μουσείο Επιστημών του Λονδίνου (London Science Museum)

Παράλληλα ασχολείται και με το επάγγελμα του υποδηματοποιού. Αρχές της δεκαετίας του 1940 θα παντρευτεί τη Φαίδρα (Λούλλα) από του Μόρφου της Κύπρου. Καρπός του γάμου τους δύο κορίτσια, η Μάρω και η Τασούλα.

Με την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και ιδιαίτερα μετά την επίθεση των Ιταλών εναντίον της Ελλάδος, προσπαθεί με διάφορους τρόπους, όπως εράνους και έντυπα ποιήματα, να βοηθήσει και να στηρίξει τους αγωνιστές της Ελευθερίας στην Ελλάδα.
Έδωσε το παρών στον "Μεγάλο Πόλεμο" και παρά τα ανεπανόρθωτα τραύματά του, βρήκε το θάρρος και το κουράγιο να συνεχίσει τη στήριξη του δια της πέννας:
"Με ξένα πόδια περπατώ, τα φυσικά μου λείπουν περικαλώ τους φίλους μου να μην με εγκαταλείπουν. Εις τον στρατόν μου κόψασιν τα πόδια εμένα και περπατώ πάνω στην γην σήμερον με τα ξένα. Αγαπητοί μου Έλληνες πάρτε και αναγνώστε κι αν είναι για την πληρωμήν ότι αγαπάτε δώστε. Εγώ αυτό δεν το καμα χρήματα να κερδίσω αλλ' όσον χρήμα μαζευθή στο έθνος θα δωρίσω". Πέθανε στην Κύπρο το 1964.

 

Chas, το λουλούδι του έρωτα από το μέτωπο

Μπορεί να μη μάθουμε ποτέ αν ο Αμερικανός στρατιώτης με το όνομα Chas -συντομογραφία για το Charles- επιβίωσε από τις σφοδρές μάχες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.
Η ιστορία αγάπης του όμως έγινε γνωστή μετά από 100 χρόνια από ένα ερωτικό γράμμα του, στο οποίο είχε εσωκλείσει μια γαλλική παπαρούνα για την αγαπημένη του σύντροφο.
Οι αναλυτές εκτιμούν πως το λουλούδι συνδέεται χρονικά με μία από τις τελευταίες μάχες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και ενώ οι στρατιώτες διέβλεπαν τη νίκη.

"Αγαπητό κορίτσι, σε αγαπώ τόσο πολύ για τις προσευχές και την αγάπη σου. Αν οι προσευχές βοηθήσουν και θα βοηθήσουν, ο Θεός θα φροντίσει για τα πάντα.
Φυσικά είναι δύσκολο να κατανοήσουμε αυτόν τον πόλεμο σε σχέση με την επιθυμία του κυρίου και τα μέσα για την προστασία των ανθρώπων του, αλλά υποθέτω δεν ήταν στις προθέσεις του το να κατανοήσουμε.
Εν τω μεταξύ πρέπει να σταματήσω. Γλυκό μου κορίτσι, θα είμαι πολύ προσεκτικός και εσύ να είσαι καλή και να μου γράφεις πολύ συχνά.
Πες μου ό,τι κάνεις και επέτρεψε στη γαλλική παπαρούνα που σου εσωκλείω να αντιπροσωπεύσει τα φιλιά μου. Αγαπημένο κορίτσι, έχεις όλη μου την αγάπη. Μνημόνευσέ με στη μητέρα, δικός σου Chas".
Να σημειώσουμε πως η παπαρούνα υπήρξε ένα από τα λίγα φυτά που μπορούσαν να αναπτυχθούν στα άγονα πεδία μαχών του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.
Έκτοτε αντιπροσωπεύει την τεράστια θυσία εκατομμυρίων στρατιωτών των συμμαχικών δυνάμεων και αποτελεί σύμβολο μνήμης για όλους εκείνους που έχασαν τις ζωές τους στα πεδία μάχης.

Arthur J Sloan, γράμμα θανάτου για 2 πατέρες

Ο Arthur James Sloan στρατολογήθηκε στα 21 του χρόνια. Το παράδειγμά ακολούθησε και ο δίδυμος αδερφός του Andrew. Το τέλος κοινό για τα δύο αδέρφια. Θάνατος.
Ο Andrew έπεσε νεκρός την πρώτη Ιουλίου στη Μάχη του Σομμ. Ο Arthur επιβίωσε για 18 μήνες στο μέτωπο και γύρισε άρρωστος στους δικούς του.
Όταν όμως ανάρρωσε και επέστρεψε ετοιμοπόλεμος στο μέτωπο, έπεσε και αυτός νεκρός στο πεδίο της μάχης.

Ο "κλήρος" για τον θάνατο του Arthur έπεσε στον ταγματάρχη JJ Bell που έστειλε το γράμμα στον πατέρα του 25χρονου.
"Σκοτώθηκε ενώ οδηγούσε τους άντρες του στις 30 Αυγούστου. Δεν μπορώ να σας εκφράσω τη συμπάθεια που αισθανόμαστε για εσάς, αλλά μπορεί να σας διευκολύνει λίγο να ξέρετε πως το αγαπημένο σας παιδί ήταν αγαπητό σε όλους.
Ήταν φίλος μου και αισθάνομαι σε μεγάλο βαθμό την απώλειά του. Η απώλειά σας είναι και δική μου απώλεια. Μετέφερα και έθαψα τη σορό του με στρατιωτικές τιμές και ίσως αργότερα να είμαι σε θέση να σας ενημερώσω για το ακριβές σημείο ταφής του".

Εκείνος με τη σειρά του ανέλαβε το δυσάρεστο έργο να ενημερώσει την οικογένεια της Margaret, αγαπημένης του Arthur.
"Από τη στιγμή που έχω δυσάρεστα νέα, σκέφτηκα να γράψω σε εσάς και όχι στη Margaret. Το πρωί με ενημέρωσαν πως ο Arthur σκοτώθηκε εν δράσει. Σας στέλνω ένα αντίγραφο του γράμματος, πιστεύοντας πως θα ήθελε να το δει.
Δεν μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε πως και τα δύο αγαπημένα μας αγόρια έχουν χαθεί και πως μαζί τους χάθηκαν και οι ελπίδες που είχαμε εναποθέσει σε αυτά.
Έχουμε όμως για παρηγοριά το γεγονός πως έπεσαν νεκροί για έναν μεγάλο και ευγενή σκοπό και ότι ήταν πολύ πρόθυμοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και να διαθέσουν τις ζωές τους για την πατρίδα. Ελπίζω πως η Margaret δεν θα θρηνήσει πάρα πολύ. Έχει την ειλικρινή μας συμπάθεια".

Ο Arthur ήταν εκείνος που με ένα σύντομο σημείωμά του στις 12 Ιουλίου του 1916 κρατούσε ενήμερη τη Margaret για το γεγονός πως ο αδερφός του Andrew αγνοείται.
"Αγαπημένη μου, θα πρέπει απλά να ελπίζουμε για το καλύτερο. Αντίο για τώρα αγάπη μου και προσπάθησε να μην ανησυχείς τόσο πολύ για εμένα. Με όλη μου την αγάπη, ο δικός σου Arthur".

 

O. Kaloustian, ζω για να διηγηθώ την ιστορία

Στα 107 της χρόνια, η Ovsanna Kaloustian επαναφέρει στη μνήμη της και διηγείται την ιστορία της ως μία από τους τελευταίους επιζώντες της γενοκτονίας των Αρμενίων το 1915.
Έχει μάλιστα πλήρη επίγνωση του ρόλου της έναν αιώνα μετά. "Ο Θεός με άφησε να ζήσω τόσο έτσι ώστε να διηγηθώ την ιστορία".
Έχει συγκρατήσει μια ολόκληρη σειρά από εικόνες και λεπτομέρειες και περιγράφει έντονα τις σφαγές και την απέλαση του λαού της από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Γεννήθηκε στο Adabazar, σημαντικό κέντρο του εμπορίου και της βιοτεχνίας για τους Αρμένιους. "Ακόμα και οι Έλληνες και οι Τούρκοι μιλούσαν αρμένικα".
Ήταν 8 ετών όταν η κυβέρνηση των Νεότουρκων διέταξε την απέλαση των Αρμενίων. "Ήταν Κυριακή και η μητέρα της Ovsanna επέστρεφε από την εκκλησία. Ο ιερέας είχε μόλις ανακοινώσει πως κάθε γειτονιά στην πόλη έπρεπε να αδειάσει μέσα σε 3 ημέρες" σημειώνει ο εγγονός της Frédéric.
Ομάδες ανθρώπων ξεκίνησαν να μετακινούνται με τα πόδια προς τα νότια και τα ανατολικά. Η οικογένειά της έφτασε στο Eskisehir, όπου οι άνθρωποι σε ένα τρένο μεταφοράς ζώων. Με αυτόν τον τρόπο εκδιώχθηκαν χιλιάδες Αρμένιοι στις ερήμους της Συρίας.
Μετά την ανακωχή το 1918 επέστρεψαν για να βρουν το σπίτι τους καμένο και να εκδιωχθούν εκ νέου από τους Τούρκους και νέους κατοίκους της πόλης. Αρχικά βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, ενώ το 1924 αρκετοί συγγενείς της έφυγαν στην Αμερική.
Μετανάστευσε το 1928 με πλοίο στη Μασσαλία, όπου και ζει μέχρι σήμερα, και παντρεύτηκε τον Zave Kaloustian, μοναδικό επιζώντα οικογένειας που αφανίστηκε στη γενοκτονία. Μέχρι σήμερα αποτελεί ακούραστη φωνή στην καταπολέμηση της άρνησης της γενοκτονίας των Αρμενίων.

Edward Glendinning, τύψεις για αυτούς που άφησε

Αισθάνεται τυχερός όπως και όλοι οι βετεράνοι του Α' Παγκοσμίου Πολέμου που βγήκαν ζωντανοί από τον Μεγάλο Πόλεμο που άλλαξε τον ρου της ιστορίας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία, όπως εξηγεί, ότι ήταν απαίσια εμπειρία. Οι στιγμές στο μέτωπο ήταν ακραίες. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει κάποιον που του ζήτησε βοήθεια.

"Όπως αποσυρόμασταν, το θέαμα ήταν απίστευτο. Ήταν σαν ένα κοπάδι πρόβατα που κοιμάται. Κατέστη εμφανές ότι οι τραυματιοφορείς δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν έναν τόσο μεγάλο αριθμό θυμάτων.
Πολλοί ήταν ακόμα ζωντανοί. Έκλαιγαν και ικέτευαν για νερό. Γατζώνονταν από τα πόδια μας καθώς περνούσαμε δίπλα τους.
Ένας από αυτούς με άρπαξε και με κρατούσε από τα πόδια. Ετοιμαζόμουν να βγάλω τον φελλό από το παγούρι μου για να του δώσω νερό. Τότε κάποιος που ερχόταν πίσω μου φώναξε "συνέχισε, συνέχισε, θα χάσουμε επαφή με το σώμα μπροστά, θα χαθούμε".
Στα χρόνια που έχουν περάσει με στοιχειώνουν ακόμα οι εκκλήσεις του για βοήθεια".

Robert Phillips, η ηρωική απόδραση αιχμαλώτου

Μόνο ως οδύσσεια θα μπορούσε να περιγραφεί η επιστροφή του Robert Phillips σπίτι του στην Ουαλία μετά τη σύλληψή του στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η ιστορία του έμενε άγνωστη για χρόνια, έως ότου η 64 εγγονή του Lynda Osborne έψαξε το στρατιωτικό του αρχείο που έμενε ανεκμετάλλευτο.
Ο Robert Phillips κατετάγη στα 21 του χρόνια τον Αύγουστο του 1914 και στις αρχές του 1915 τον έστειλαν με τα στρατεύματα της Ουαλίας στο δυτικό μέτωπο, όπου έπρεπε να υπομείνει τη φρίκη του πολέμου χαρακωμάτων.

Αναγκάζονταν να ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες και να ζουν διαρκώς με τον φόβο του θανάτου από τους Γερμανούς ελεύθερους σκοπευτές. Στρατιώτες όπως ο Robert Phillips έπρεπε να πολεμούν έχοντας δίπλα τους τα πτώματα των νεκρών συντρόφων τους.
Τα πράγματα χειροτέρεψαν ακόμα περισσότερο όταν η διμοιρία του δηλητηριάστηκε με αέρια από Γερμανούς κατά τη δεύτερη μάχη του Υπρ τον Μάιο του 1915. Κατόρθωσε να γλιτώσει, κρατώντας ένα υγρό μαντήλι στο πρόσωπό του, ενώ τα στοιχεία κάνουν λόγο για περισσότερους από 59.000 νεκρούς Βρετανούς.
Λίγο καιρό αργότερα τραυματίστηκε και πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Γερμανούς. Μετά τη σύλληψή του μεταφέρθηκε σε αρκετά στρατόπεδα έως καταλήξει στο Homsburg στη δυτική Γερμανία, όπου παρέμεινε για 15 μήνες με άλλους Βρετανούς, Γάλλους και Ρώσους στρατιώτες.
Στο ημερολόγιό του περιγράφει τις συνθήκες κόλασης που επικρατούσαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης και το σαδιστικό καθεστώς που επέβαλαν οι Γερμανοί διοικητές. Ξυλοδαρμός μέχρι θανάτου και εξαντλητικές βάρδιες διάρκειας ακόμα και 14 ημερών.
"Είχαμε τη χειρότερη μεταχείριση από τραυματίες Γερμανούς στρατιώτες που ήταν ακατάλληλοι για στρατιωτική θητεία. Σε γενικές γραμμές είχα μια άθλια περίοδο. Καμία δικαιοσύνη. Ρεκόρ βάναυσης κακομεταχείρισης για 15 μήνες".
Οι συνθήκες έγιναν τόσο πιο άγριες που αποφάσισε να κάνει το μοναδικό πράγμα που θα μπορούσε. Να δραπετεύσει. Παρατήρησε ότι το στρατόπεδο ήταν ευάλωτο κατά τη διάρκεια αλλαγής φρουράς κάθε μέρα και αφού έμαθε τη ρουτίνα των φρουρών, αποχώρησε προκλητικά από την μπροστινή πύλη και κατέφυγε σε ένα κοντινό δάσος για να κρυφτεί.

Μόνος του και κυνηγημένος σε εχθρικό έδαφος, στηρίχθηκε στις απλές γνώσεις επιβίωσης που διδάχτηκε στον βρετανικό στρατό. Στο επικό του ταξίδι των 200 και άνω μιλίων κινδύνευσε αρκετές φορές. "Προχωρούσα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και μπήκα σε μπελάδες μια φορά παίρνοντας λάθος κατεύθυνση". Μετά από μήνες στους δρόμους, έφτασε στα σύνορα με την Ολλανδία.
Εκεί εκτιμάται ότι τον βοήθησε κάποια οικογένεια να περάσει στην Αγγλία. Στη γενέτειρά του τον υποδέχτηκαν ως ήρωα.
Μετά τη θριαμβευτική επιστροφή του διαγνώστηκε με μετατραυματικό στρες. Είχε παρουσιάσει βλάβη στους πνεύμονες και το νευρικό σύστημα εξαιτίας της έκθεσής του σε δηλητηριώδη αέρια.
Παντρεύτηκε τη γυναίκα της ζωής του Mary Jane Howells το 1921 και απέκτησαν τον μονάκριβο γιο τους Glyndwr, ο οποίος και μετέφερε την ιστορία ηρωισμού του στην κόρη του Lynda. Στα χρόνια που ακολούθησαν, υπέφερε από κατάθλιψη και είχε συχνά εφιάλτες.
Ενώ κατόρθωσε να επιβιώσει από όλα αυτά, ο Robert Phillips βρήκε τελικά τραγικό θάνατο σε ηλικία 40 ετών ενώ εργαζόταν σε σπήλαιο, όπου ο συνάδελφός του δεν πρόλαβε να τον προειδοποιήσει εγκαίρως για την αποκόλληση της οροφής λόγω του προβλήματος τραυλισμού από το οποίο έπασχε.

E. Strouts, η ψυχή των στρατιωτών του χωριού της

Μπορεί να μην πήρε όπλο στα χέρια της, αλλά αυτό δεν φαίνεται να την εμπόδισε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και να χαραχθεί έτσι το όνομά της στην ιστορία.
Δεν ήταν λίγα άλλωστε τα 1.000 γράμματα και τα 6.000 πακέτα που έστειλε η Elizabeth Quinton Strouts σε άνδρες που στρατολογήθηκαν από το χωριό της.
Προσπάθησε να οργανώσει την αποστολή προς τους άνδρες που υπηρετούσαν σε διάφορα μέρη του κόσμου για να αναπτερώσει το ηθικό τους και να τους υπενθυμίσει πως οι θυσίες τους εκτιμούνται.
Έψαξε για όλους εκείνους που αγνοούνταν και επισκέφθηκε στρατιώτες που ανάρρωναν από τραυματισμούς, καλώντας και άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμά της.
Βάσει απολογισμού στο τέλος του πολέμου, είχε επιτύχει την αποστολή 5.921 πακέτων, 989 γραμμάτων και 65 χριστουγεννιάτικων κέικ σε όλο τον κόσμο. Στα πακέτα συνήθως περιέχονταν κάλτσες, χαρτί αλληλογραφίας, σοκολάτες και μαρμελάδες.
Στα απαντητικά γράμματα, οι στρατιώτες επέλεγαν να αφηγηθούν ιστορίες από το μέτωπο, ενώ κάποιες φορές περιέγραφαν και τα συναισθήματά τους στο άκουσμα της είδησης του θανάτου συγγενών ή φίλων. Σε πολλά εξέφραζαν ευγνωμοσύνη για τις ενέργειες των γυναικών της κοινότητάς τους.

Henry Webber, υπηρέτησε την πατρίδα στα 67 του

Μπορεί να είχε ξεπεράσει κατά πολύ το όριο ηλικίας για να υπηρετήσει στις δυνάμεις του στρατού, αλλά το πείσμα του να βρεθεί στο μέτωπο μαζί με τους τρεις γιους του τον κατέστησε τον μεγαλύτερο γνωστό Βρετανό στρατιώτη.
Οι πρώτες βέβαια προσπάθειές του να καταταγεί μετά το ξέσπασμα του πολέμου τον Αύγουστο του 1914 έπεσαν στο κενό.
Το πολυπόθητο ναι δόθηκε από επιτροπή στις 26 Ιουλίου του 1915. Αν έπαιξε ρόλο μόνο η επιμονή του ή και κάποιο ψέμα για την ηλικία του, δεν θα το μάθουμε ποτέ.
"Είμαι υπολοχαγός και θα πρέπει να χαιρετήσω τους γιους μου αν τους συναντήσω στο πεδίο. Έναν συνταγματάρχη και δύο ταγματάρχες. Είμαι στην πρώτη γραμμή της υπηρεσίας μεταφοράς αυτού του τάγματος και τις τελευταίες δέκα ημέρες βρεθήκαμε στο επίκεντρο".
Μικρό απόσπασμα από το γράμμα που έστειλε στο παλιό του σχολείο και παραδόθηκε 4 ημέρες μετά τον θάνατό του στις 21 Ιουλίου 1917.
Η οικογένειά του έλαβε γράμματα συμπάθειας ακόμα και από τη βασιλική οικογένεια -ασυνήθιστο για υπολοχαγό- σε ένδειξη εκτίμησης της προθυμίας του παρά την προχωρημένη ηλικία να υπηρετήσει την πατρίδα του.
Η μοίρα ωστόσο του έπαιξε άσχημο παιχνίδι, με τους 3 γιους του να επιστρέφουν ζωντανοί και τον ίδιο να πέφτει στο δυτικό μέτωπο.

  πηγή